Θερινό εργαστήριο Γραφικών Τεχνών στις 9-16 Ιουλίου 2017 


Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων διοργανώνει θερινό εργαστήριο Γραφικών Τεχνών στις 9-16 Ιουλίου 2017. Συνδιοργανωτές του εργαστηρίου είναι η Πανελλήνια Ένωση Πτυχιούχων Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών (HEL.GR.A.MED) και το Σωματείο Επαγγελματιών Μεταξοτυπών Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε) υπό την αιγίδα της FESPA. Επιστημονικός Υπεύθυνος του προγράμματος ορίζεται ο Αναπληρωτής Πρύτανη Καθ. Ανδρέας Φωτόπουλος και μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής ο Επικ. Καθηγητής του Τμήματος Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης κ. Χριστόδουλος Γκαλτέμης, ο Επίκ. Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας κ. Σταμάτης Μερσινιάς και ο τ. Επίκ. Καθηγητής  του Τμήματος Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών του Τ.Ε.Ι. Αθήνας κ. Γεώργιος Βλάχος.

Το περιεχόμενο του θερινού εργαστηρίου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα αντικείμενα της Τυπογραφίας, της Μεταξοτυπίας, της Χαρακτικής, της Επιστήμης και Τεχνολογίας Μελανιών και της Βιβλιοδεσίας.

Το θερινό εργαστήριο απευθύνεται σε φοιτητές και πτυχιούχους Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, ιστορικών της Τέχνης, συντηρητές Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, τεχνολόγους Γραφικών Τεχνών, γραφίστες, τεχνολόγους υλικών και κάθε άλλο ενδιαφερόμενο.

Το κόστος παρακολούθησης του θερινού εργαστηρίου ορίζεται στα 200€ και περιλαμβάνει τα δίδακτρα, τα υλικά και το κόστος σίτισης των συμμετεχόντων. Για τους φοιτητές το κόστος περιορίζεται στα 150€ ενώ παράλληλα παρέχεται η δυνατότητα στέγασής τους στην Εστία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων εφόσον το αιτηθούν με την εγγραφή τους.

Σκοπός του θερινού σχολείου είναι η ανάδειξη της Συλλογής Τυπογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο διεπιστημονικό σημείο επαφής Τεχνών, Γραμμάτων, Πολιτισμού, Τεχνολογιών και Επιστημών γύρω από το οποίο μπορούν να επιτευχθούν ευρύτερες ενδοακαδημαϊκές συγκλίσεις και συνεργασίες.

Οι θέσεις του θερινού εργαστηρίου είναι περιορισμένες (28) και οι ενδιαφερόμενοι  μπορούν να δηλώσουν τη συμμετοχή τους στο email της γραμματείας της Συλλογής Τυπογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, typmuseum@cc.uoi.gr (υπόψη Ελένης Κατσαρού), τηλ. 2651005174. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας που θα αποδεικνύεται από την ημερομηνία αποστολής του αιτήματος συμμετοχής.

Για το Πρόγραμμα του Θερινού Εργαστηρίου μπορείτε να ενημερωθείτε στην ιστοσελίδα της Συλλογής Τυπογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων http://mtt.unit.uoi.gr/

Δείτε το σχετικό Δελτίο Τύπου (pdf icon1)

 

Περισσότερες Πληροφορίες:

Σταμάτης Μερσινιάς, smersin@cc.uoi.gr

Χριστόδουλος Γκαλτέμης, xristgalt@gmail.com

Γεώργιος Βλάχος, gvlachos@cc.uoi.gr

 



 

Η ιστορία της τυπογραφίας

Ε

δώ και 5.000 χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ξύλινο καλούπι (μήτρα), με το οποίο επαναλάμβαναν το ίδιο σχέδιο ή κείμενο, για να παραχθούν πολλά αντίτυπα. Ο μόνος περιορισμός ήταν ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν το σχέδιο ή το κείμενο, αυτά ήταν σταθερά. Στις πόλεις της Μεσοποταμίας και της Περσίας η μέθοδος αυτή γινόταν με κερί ή με πηλό. Τον 6ο μ.Χ. αιώνα οι Κινέζοι άρχισαν να αποτυπώνουν σε χαρτί σχέδια, με την ίδια μέθοδο. Είναι οι «στάμπες» ή «ξυλογραφίες». Στην Κίνα εμφανίστηκαν και τα πρώτα κινητά στοιχεία γραμμάτων. Στο βιβλίο του Chen Kong (έτος 1056) έχουμε την πρώτη βέβαιη είδηση για τη χρησιμοποίηση κινητών γραμμάτων-στοιχείων στην Κίνα, που αρχικά ήταν από πηλό και αργότερα γίνονταν σε χυτό μόλυβδο και σε χυτό χαλκό.

Στη Δύση ο Johann Gutenberg ήταν αυτός που επινόησε κινητά γράμματα-στοιχεία τυπογραφικά, αρχικά ξύλινα και στη συνέχεια μεταλλικά. ΄Ηταν χρυσοχόος και γνώριζε το χύσιμο των μετάλλων και τη χάραξη στο μέταλλο. Για να εκτυπώσει, έξυπνα χρησιμοποίησε σταφυλοπιεστήριο με τις κατάλληλες προσαρμογές.

Την ίδια εποχή συνέχιζαν απρόσκοπτα το έργο τους και τα εργαστήρια χειρογράφων, από την Τοσκάνη έως την Αλσατία. Π.χ. στο εργαστήριο του Bisticci, στην Τοσκάνη, μαζί με τον μάστορα Vespaziano εργάζονταν μέχρι και 60 επαγγελματίες αντιγραφείς, που έγραφαν πια σε χαρτί και όχι σε περγαμηνή. Ο δούκας του Ουρμπίνου στα 1490 καμάρωνε ότι η βιβλιοθήκη του ήταν ακόμη όμορφη, καθώς δεν είχε επιτρέψει κανένα τυπωμένο βιβλίο να εισέλθει σε αυτήν. Η χειρόγραφη παράδοση ακόμη αντιστεκόταν.
Μέσα σε λίγες δεκαετίες η τυπογραφική τέχνη είχε εισβάλει σε όλη την Ευρώπη, αλλά η τεχνική παρέμενε η ίδια. Μόλις το 1804 η ξύλινη πρέσα αντικαταστάθηκε από μεταλλική και το 1814 η ίδια πρωτοκινήθηκε μηχανικά, με θερμική ενέργεια, αντί της ανθρώπινης δύναμης του ειδικού τεχνίτη, του torcoliere. Τότε η παραγωγή από αντίτυπα 300 την ώρα αυξήθηκε σε 1100 την ώρα και το κόστος μειώθηκε κατά 25% γενικά.

Ο σκωτσέζος William Ged το 1730 είχε εφεύρει το σύστημα για να μεταφέρεται σε γύψινο καλούπι η τυπογραφική σελίδα, ώστε αυτή να αναπαράγεται οποτεδήποτε. Αντέδρασαν οι εργάτες, μήπως και μειωθούν τα εργατικά χέρια, ώστε μόλις το 1829 να τεθεί σε εφαρμογή το καλούπι με πεπιεσμένο χαρτί (flani). Με το περιστροφικό πιεστήριο η παραγωγή αυξήθηκε σε 12.000 αντίτυπα την ώρα. Μετά το 1900 νέα μηχανήματα έφθασαν την παραγωγή σε 80.000 αντίτυπα την ώρα. Στο μεταξύ είχε εμφανιστεί η λινοτυπική (1886) και η μονοτυπική (1889) μέθοδος.

Οι δύο τελευταίες μηχανές εκτόπισαν την λεγόμενη «κάσσα». Στην τελευταία τα γράμματα ήταν τοποθετημένα σε θήκες-κουτάκια και ο στοιχειοθέτης γνώριζε «αυτοματοποιημένα» τη θέση όλων των γραμμάτων ή των συνδυασμών, π.χ. άλφα με ψιλή, άλφα με δασεία κττ. ΄Επαιρνε ένα-ένα στοιχείο και έφτιανε την φόρμα της σελίδας, δένοντάς την με σπάγγο. Αντίθετα, οι νέες μηχανές έχουν ως μοντέλλο τη γραφομηχανή, με πληκτρολόγιο. Τα καλούπια-μήτρες των γραμμάτων είναι ενσωματωμένα στη μηχανή, η οποία διαθέτει φούρνο για το λιώσιμο του μετάλλου.

Το φιλμ και η τεχνολογία του φωτός εισήχθησαν στην τυπογραφία με τη φωτοσύνθεση, το 1936 με το fotosetter, με επόμενα βήματα: το monophoto (1949), το atf (1958), το linofilm (1958) και το Κ28. Σήμερα, η ηλεκτρονική έχει ανοίξει απρόβλεπτους δρόμους για τον πολλαπλασιασμό του γραπτού λόγου.

Το βιβλιόσημο γεννήθηκε στη Γερμανία και ίσως καταγωγή του είναι τα τυπογραφικά σήματα. Ο Κώστας Στάικος, από τους λίγους εμβριθείς γνώστες του ελληνικού παλαιού βιβλίου και της ιστορίας των βιβλιοθηκών, πρόσφατα (2009) μας πρόσφερε κατάλογο των σχετικών ελληνικών τυπογραφικών σημάτων. Ασφαλώς, το σήμα αυτό δεν ετίθετο μόνο στην προμετωπίδα του βιβλίου, αλλά και έξω από το κατάστημα του τυπογράφου (τότε και εκδότη), καθώς στη Δύση (και εν προκειμένω στη Βενετία) δεν υπήρχε ονοματοδότηση και αρίθμηση στις οδούς και η αναγνώριση γινόταν με κάποια χαρακτηριστική απεικόνιση (all'insegna di) στην προθήκη και στην εξωτερική ταμπέλα.

Το παλαιότερο βιβλιόσημο αποδίδεται στον Βαυαρό βιβλιόφιλο ιερέα Hans Igler, στη δεκαετία 1470-80. Από τη Γαλλία δείγμα έχομε μόλις το 1529 και από την Ιταλία το 1548. Όπως κάθε κάτοχος οποιουδήποτε αντικειμένου επιζητεί την διαφύλαξη της κυριότητας, έτσι και όποιος είχε βιβλίο σε χειρόγραφη μορφή ή, αργότερα, σε έντυπη, έγραφε σε εμφανές σημείο το όνομά του. Είναι γνωστές οι κατάρες, που πολλές φορές συνόδευαν τυχόν κλοπή. Είναι πιθανόν τέτοιες εγγραφές να υπήρχαν ήδη στις βιβλιοθήκες της αρχαιότητας. Με την εμφάνιση της τυπογραφίας από το χειρόγραφο Iste liber est...(ακολουθεί το όνομα), χάρη ακριβώς στη δυνατότητα της εκτύπωσης, η δήλωση της ιδιοκτησίας πλέον έγινε έντυπη, πιο καλλιτεχνική και κυρίως εντάχθηκε στη λογική του οικοσήμου. Το βιβλιόσημο, που εκ των πραγμάτων πρέπει να απεικονίζει κάτι σε σχέση με το όνομα του κατόχου του εντύπου, έγινε «ομιλούν», οπτικό-καλλιτεχνικό.

Το μικρό αυτό χαρτάκι επικολλάται συνήθως στην εσωτερική πλευρά του εξωφύλλου του εντύπου. Εκτός από την καθιερωμένη φράση Ex bibliotheca... ή Sum ex libris...το βιβλιόσημο φέρει την αγαπημένη εικόνα που ο κάτοχος επέλεξε, όχι πάντα με τη λογική του θυρεού. Τότε αναπτύχθηκε ανταγωνισμός για το ομορφώτερο έργο, ώστε το βιβλιόσημο πλέον να έχει περάσει στον χώρο της τέχνης.

Λόγω του άμεσου προσφερόμενου εμπορικού κέρδους φημισμένοι καλλιτέχνες, όπως ο Albrecht Durer και ο Lukas Cranach, άδραξαν της ευκαιρίας και μας έχουν δώσει πραγματικά λεπτές δημιουργίες. Στις ημέρες μας τα βιβλιόσημα (παλαιότερα και σύγχρονα) έχουν αυτονομηθεί ως έργα τέχνης και πωλούνται σε δημοπρασίες.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 02 Ιουλίου 2013 17:20